Ο ΡΟΥΚΕΤΑΝΘΡΩΠΟΣ ( Η ιστορία του πρώτου αστροναύτη της Κίνας)

Wan Hu1

Το ταξίδι μου διήρκησε πολύ λιγότερο απ’ όσο είχα υπολογίσει. Δεν περίμενα ότι η σελήνη θα βρισκόταν τόσο κοντά. Όταν την έβλεπα κάθε βράδυ από το παράθυρό μου, πότε λευκή και πότε στις αποχρώσεις της ώχρας, να λάμπει καταμεσής του έναστρου ουρανού της Κίνας, νόμισα πως θα χρειαζόμουν τουλάχιστον μερικές ώρες ταξίδι, και εγώ έφτασα εδώ μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα. Το όχημά μου προσεδαφίστηκε πριν από λίγο επάνω στην επιφάνεια της, σηκώνοντας τόνους σκόνης. Ακόμη δεν έχω καταφέρει να δω ξεκάθαρα το τοπίο γύρω μου, μα είμαι σίγουρος πως έχω βρεθεί στο σωστό πλανήτη. Στη σελήνη, στο μέρος που ονειρευόμουν από παιδί.

Το όνομα μου είναι Γουάν Χου και στη γη ήμουν αξιωματούχος, ένας άνθρωπος με κύρος, όμως κανένα αξίωμα και καμία γήινη ενασχόληση δεν κατάφερε ποτέ να με ευχαριστήσει. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ήμουν ένας κλασσικός ονειροπόλος. Μπορεί το σώμα μου να βρισκόταν στην Κίνα, μα ο νους μου ταξίδευε σε άλλα, μακρινά μέρη, και πιο συγκεκριμένα στο διάστημα. Το να επισκεφτώ τη σελήνη ήταν πάντα ο μοναδικός μου στόχος, η επιθυμία που πάντα έβραζε μέσα μου. Κάθε φορά που βράδιαζε, και εκείνη εμφανιζόταν στον ουρανό, την έβλεπα και χαμογελούσα. Να, αυτό εκεί είναι το σπίτι μου, σκεφτόμουν, και της έδινα την υπόσχεση πως κάποια μέρα θα γυρίσω εκεί. Πώς κάποτε θα έβρισκα τον τρόπο να την επισκεφτώ.

Πέρασα αρκετά χρόνια βυθισμένος στις σκέψεις, ψάχνοντας τον κατάλληλο τρόπο για να εκτοξευθώ προς το διάστημα, μα δυστυχώς κανένα από τα μέσα που είχα τότε στα χέρια μου δεν ήταν ικανό να εκπληρώσει αυτή μου την επιθυμία. Η λαχτάρα μου όμως για αυτό το ταξίδι ήταν τόσο μεγάλη, και η επιμονή μου τόσο έντονη, που τίποτε δεν μπόρεσε να με σταματήσει από το να συνεχίσω να ψάχνω.

Τελικά, ανακάλυψα πώς το καταλληλότερο μέσον βρισκόταν όλα αυτά τα χρόνια μπροστά στα μάτια μου, μα ποτέ ως τότε δεν μου είχε περάσει από το μυαλό η ιδέα να το χρησιμοποιήσω. Με τις κατάλληλες τροποποιήσεις, η ψάθινη πολυθρόνα που βρισκόταν το σαλόνι μου, θα γινόταν το όχημα που θα με μετέφερε μακριά από τη γη. Και έτσι και έγινε.

Διέταξα τους υπηρέτες μου να γεμίσουν με πυρίτιδα σαράντα επτά καλάμια μπαμπού. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου αυτός ήταν ο σωστός αριθμός. Έπειτα, τους είπα να τα δέσουν γύρω από τη πολυθρόνα. Καθώς εκείνοι εκτελούσαν τις διαταγές μου, εγώ ετοιμαζόμουν για το ταξίδι των ονείρων μου. Φόρεσα τα καλύτερα ρούχα που είχα στη ντουλάπα μου. Την γιορτινή μου αμφίεση. Περίμενα άλλωστε εκείνη τη στιγμή όλη μου τη ζωή. Ο ενθουσιασμός μου ήταν απερίγραπτος. Το πρόσωπο μου έλαμπε από λαχτάρα, ενώ η καρδιά μου σφυροκοπούσε μέσα στο στήθος μου από την αγωνία. Για κανένα άλλο γεγονός της ζωής μου δεν είχα ετοιμαστεί με τόση χαρά.

Μόλις οι υπηρέτες ολοκλήρωσαν το πρωτοποριακό μου όχημα, κάθισα επάνω του και διέταξα να με δέσουν. Έπειτα, με μετέφεραν στην αυλή για την απογείωση. Το σχέδιο μου ήταν άψογο. Δεν αμφέβαλλα ούτε ένα δευτερόλεπτο για την επιτυχία του. Το ταξίδι μου θα ξεκινούσε σε μερικά λεπτά.

Με περίσσιο ενθουσιασμό και ανυπομονησία, διέταξα να ανάψουν τα φυτίλια των αυτοσχέδιων δυναμιτών. Μόλις τελείωσαν την αποστολή που τους είχα θέσει, απομακρύνθηκαν από την αυλή, επιστρέφοντας πίσω στις συνηθισμένες δουλειές τους. Εγώ ξεκίνησα να μετράω από μέσα μου αντίστροφα. Πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα… και τότε, ένας δυνατός κρότος ακούστηκε. Η εκτόξευση μου ήταν επιτυχής. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, βρέθηκα εδώ, στη Σελήνη, στον πιο αγαπημένο προορισμό μου.

Η σκόνη γύρω μου συνεχίζει να κρατά θολό το τοπίο και να περιορίζει την όραση μου, μα είμαι σίγουρος πως έχω φτάσει. Είμαι βέβαιος, πως το λευκό σύννεφο που με περικλείει αποτελείται από σωματίδια σεληνιακού εδάφους. Από αυτή τη μέρα και μέχρι το τέλος της ζωής μου, το σπίτι μου θα βρίσκεται εδώ, στη Σελήνη, στο δορυφόρο της γης, στον πλανήτη των ονείρων μου.

 

*Σύμφωνα με έναν κινέζικο θρύλο, μερικούς αιώνες πριν, ένας κινέζος αξιωματούχους, ο Γουάν Χου, επιχείρησε να ταξιδέψει στο φεγγάρι. Το διαστημόπλοιο του, δεν ήταν άλλο από μια ψάθινη πολυθρόνα ζωσμένη με αυτοσχέδιες ρουκέτες. Μόλις τα φυτίλια κάηκαν, μια τρομακτική έκρηξη ακολούθησε. Όταν όμως ο καπνός καθάρισε, ο Γουάν είχε εξαφανιστεί, μαζί και η πολυθρόνα του.

Μερικούς αιώνες μετά το ταξίδι του Γουάν, μια τηλεοπτική εκπομπή αποφάσισε να αναδημιουργήσει την πρωτοποριακή αυτή πτήση, με σκοπό την αναζήτηση μιας απάντησης στο μυστήριο. Για το πείραμα αυτό χρησιμοποιήθηκε ένα ανδρείκελο δοκιμών. Το ανδρείκελο και η πολυθρόνα εξαφανίστηκαν μετά από τη μεγάλη έκρηξη που προκλήθηκε, όμως έπειτα από προσεκτική έρευνα, εντοπίστηκαν καμένα απομεινάρια και των δύο γύρω από την πίστα εκτόξευσης.

wan hu2

 

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Μαρία Ρεβύθη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 121/1993.

 

Advertisements

Ο πιο παράδοξος διάλογος

 

Οι μετακινήσεις με το λεωφορείο κρύβουν συχνά μικρές περιπέτειες και σκηνές καθημερινής τρέλας. Καυγάδες, στριμωξίδια και διάφορα άλλα περίεργα περιστατικά συμβαίνουν καθημερινά παγκοσμίως στα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Στη πόλη μας, τη Θεσσαλονίκη, το λεωφορείο είναι προς το παρόν το μοναδικό μεταφορικό μέσο, και αναγκαστικά το μοναδικό που χρησιμοποιώ σε περιπτώσεις που το αυτοκίνητο ή το ταξί δεν ενδείκνυνται.
Τις προάλλες είχα κανονίσει να κατέβω στο κέντρο, και έτσι επιβιβάστηκα στο έντεκα και κάθισα σε μια από τις μονές θέσεις δίπλα στο παράθυρο. Φόρεσα στα αυτιά μου τα ακουστικά, και με τη συνοδεία της μουσικής περίμενα υπομονετικά μέχρι το λεωφορείο να φτάσει στην στάση στην οποία θα αποβιβαζόμουν.
Λίγο πιο κάτω από τη στάση ‘’Θεαγένειο’’ το λεωφορείο σταμάτησε στο φανάρι. Εγώ κοιτούσα έξω από παράθυρο, παρατηρώντας τον κόσμο και τα μαγαζιά τριγύρω, όταν το μάτι μου έπεσε σε έναν κύριο. Σε εκείνο το σημείο του δρόμου υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα παρκαρισμένα καθέτως, και ο κύριος στεκόταν δίπλα σε ένα από αυτά και μιλούσε. Φυσικά δεν μπορούσα να ακούσω τι έλεγε, το μόνο που μπορούσα να διακρίνω ήταν το στόμα του να ανοιγοκλείνει. Από τον τρόπο που ήταν παρκαρισμένο το αμάξι, και από το σημείο που είχε σταματήσει το λεωφορείο, μου ήταν δύσκολο να δω τον συνομιλητή του, μα σκέφτηκα πως θα ήταν ο οδηγός του σταματημένου αμαξιού.
Καθώς η συζήτηση συνεχιζόταν, μια κοπέλα πήγε να περάσει ανάμεσα από τα παρκαρισμένα αμάξια, ώστε να ανέβει στο πεζοδρόμιο. Όμως ο λαλίστατος κύριος δεν κουνήθηκε από τη θέση του, και έτσι εκείνη αναγκάστηκε να προχωρήσει ευθεία.
«Μα τι γάιδαρος!» Σκέφτηκα. «Τόσο σοβαρή είναι η συζήτηση που έχει πιάσει με τον οδηγό;»
Πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη σκέψη μου, το φανάρι άναψε πράσινο και το λεωφορείο ξεκίνησε γρυλίζοντας. Καθώς προσπέρασε το παρκαρισμένο αμάξι, διέκρινα πως η θέση του οδηγού ήταν κενή και το αμάξι άδειο. Ο συνομιλητής του κυρίου δεν ήταν άλλος από μια όμορφη λευκή γάτα που καθόταν κουλουριασμένη στο καπό του αυτοκινήτου κοιτώντας τον με απορία.
Το λεωφορείο συνέχισε την διαδρομή του, και ο κύριος μάλλον συνέχισε την συνομιλία του με το συμπαθέστατο ζωάκι. Εύχομαι ο διάλογος τους να ήταν εποικοδομητικός, και τα νιαουρίσματα της γάτας να του έδωσαν τις απαντήσεις που ίσως να αποζητούσε.

gatoula

Τραβήξτε την πρίζα! (απόσπασμα)

trabixte

(Artwork by Hajime Sorayama)

 

Δε με ρώτησαν αν ήθελα να δω την κηδεία μου. Απλά με κουβάλησαν μαζί τους καθώς έθαβαν το σώμα μου στο χώμα. Δε μιλούσα για να μη διακόψω την ιερότητα της στιγμής, μα ήταν ότι πιο περίεργο μου είχε συμβεί ποτέ. Βίωσα την πιο αλλόκοτη στιγμή της ζωής μου λίγες ώρες μετά το θάνατο μου.
Αγαπούσα το σώμα μου κι ας γκρίνιαζα καμιά φορά. Οι φθορές του χρόνου ήταν κάτι παραπάνω από εμφανείς επάνω μου. Το στήθος μου είχε κρεμάσει, τα μπούτια μου είχαν καλυφθεί ολοκληρωτικά από κυτταρίτιδα και η κοιλιά μου προεξείχε σαν να ήμουν μια υπερήλικη εγκυμονούσα. Ήμουν λαίμαργη, το παραδέχομαι, μα στα νιάτα μου υπήρξα καλλονή. Ακόμα και τώρα ανατρέχω στις παλιές αποθηκευμένες φωτογραφίες και με φαντάζομαι μέσα σε στενά φορέματα και μεσάτα παλτά. Τέτοιες σκέψεις κάνω κάθε μέρα. Αναπολώ τα παλιά. Τα χρόνια που ήμουν νέα, τη ζωή μου ως φοιτήτρια, τον γάμο μου, την γέννηση των παιδιών μου. Κι όταν εκείνα μαζί με τα εγγόνια μου επιστρέφουν σπίτι από τις δουλείες τους και το σχολείο, μόλις ακούσω την πόρτα να κλείνει, φωνάζω: Ρε παλιόπαιδα, γιατί αποθηκεύσατε τη συνείδηση μου σε έναν υπολογιστή;
Αυτή είναι η νέα μόδα της εποχής. Η προηγμένη τεχνολογία επιτρέπει πλέον το νου να συνεχίζει να υπάρχει μετά το θάνατο του σώματος. Πολλές οικογένειες που αρνούνται να αποχωριστούν τα αγαπημένα τους πρόσωπα, αποθηκεύουν τη συνείδηση του αποθανόντα σε έναν υπολογιστή. Το ίδιο έκαναν και τα παιδιά μου, παρόλο που τους είχα ξεκαθαρίσει πως δε μου άρεσε καθόλου η ιδέα. Ήλπιζα πως δε θα ήταν τόσο μαλθακοί ώστε να μην μπορούν να δεχτούν τη φυσική ροή της ζωής. Ίσως να έκανα εγώ κάποιο λάθος στην ανατροφή τους. Ίσως να φταίει η εποχή. Λίγα λεπτά πριν τον θάνατο μου, ένας ειδικά εκπαιδευμένος γιατρός συνέδεσε τον εγκέφαλο μου με ένα τελευταίας τεχνολογίας λάπτοπ και αποθήκευσε μέσα του τη συνείδηση μου, τις αναμνήσεις μου, και κάθε τι που απαρτίζει τον εαυτό μου. Λίγα λεπτά μετά η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπά. Είχε έρθει η ώρα μου. Ήμουν εκατόν τριάντα οχτώ ετών.
Αποχαιρετήσαμε το σώμα μου με όλες τις τιμές. Μόλις όμως επιστρέψαμε από την κηδεία μου στο σπίτι, η ψηφιακή πλέον φωνή μου αναστάτωσε όλη τη γειτονιά. Για να κατευνάσουν την οργή μου με άφησαν να διαλέξω μόνη μου την ταφόπλακα μου. Από τότε με έχουν εγκατεστημένη στο σαλόνι. Είπαν πως δεν θα μπορούσαν ποτέ να ζήσουν χωρίς εμένα. Χωρίς τις ιστορίες μου, χωρίς τις συμβουλές μου, χωρίς τη γνώμη μου για όλα τα θέματα. Μα δε ρώτησαν αν εγώ ήθελα να συνεχίσω να ζω μέσα σε έναν υπολογιστή, και πόσο μάλλον σε έναν υπολογιστή που έχουν πρόσβαση. Γιατί δυστυχώς όλες μου αναμνήσεις, όλες μου οι σκέψεις και εικόνες είναι περασμένες στα δεδομένα του λάπτοπ. Μέσα σε μια νύχτα ο εγγονός μου έμαθε τα πάντα για τους εφηβικούς μου έρωτες, τη δυσμηνόρροια, είδε τη γέννηση της μητέρας του και την περίοδο που νοσηλευόμουν λόγω γαστρεντερίτιδας. Ευτυχώς προσπέρασε το μήνα του μέλιτος με τον παππού του.

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Μαρία Ρεβύθη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 121/1993.

Η ιπτάμενη νεράιδα ( απόσπασμα)

img_2391

[…] Ξεκίνησα να εξερευνώ τους διαδρόμους, που καθώς ήταν πλημμυρισμένοι με παιχνίδια και κάθε λογής αντικείμενα, ήταν σχεδόν αδύνατον να διασχίσει κανείς. Η μοκέτα που κάλυπτε στο πάτωμα είχε χρώμα σάπιο μήλο ενώ το δάπεδο ήταν και στην κυριολεξία σάπιο, μιας και καθώς περπατούσα, ένιωθα τα πόδια μου να βουλιάζουν, σαν να βάδιζα πάνω σε πλαστελίνη. Φοβήθηκα οτι το πάτωμα θα υποχωρούσε, και θα προσγειωνόμουν σε κάποιο σκοτεινό κελάρι όπου ο γεράκος-καλικάντζαρος ίσως να έκρυβε πτώματα, σύνεργα για φόνους, μάσκες φτιαγμένες από ανθρώπινο δέρμα ή τον ίδιο τον Κόμη Δράκουλα μέσα σε κάποιο φέρετρο.
Αφού περιπλανήθηκα ανάμεσα σε τόνους παλαιών αντικειμένων και σκουπιδιών, βρέθηκα σε έναν σκοτεινό διάδρομο γεμάτο με κοριτσίστικα παιχνίδια που κυκλοφορούσαν πριν από καμιά εικοσαετία. Χαμογέλασα με νοσταλγία. Πάνω στην ετοιμόρροπη ραφιέρα, στέκονταν στη σειρά ένα σωρό παιχνίδια που θυμόμουν από τα παιδικά μου χρόνια. Πλαστικά κουζινικά σκεύη, κούκλες ντυμένες με πολύχρωμα φορέματα με γεωμετρικά σχέδια, χρωματιστά λούτρινα αρκουδάκια, εξοπλισμοί για κουκλόσπιτα και πολλά άλλα παιχνίδια που λάτρευα. Αυτό όμως που με είχε ενθουσιάσει περισσότερο ήταν η “ιπτάμενη νεράιδα’’, το παιχνίδι που κάποτε είχα χάσει, μα ποτέ δεν ξέχασα.
Η ιπτάμενη νεράιδα ήταν το μοναδικό δώρο που είχα λάβει για τα γενέθλια μου όταν είχα κλείσει τα πέντε μου χρόνια, και την λάτρευα όσο κανένα άλλο παιχνίδι. Ένα βράδυ, αφού είχα παίξει μαζί της όλη την ημέρα, την τοποθέτησα στο ραφάκι πάνω από το κρεββάτι μου και έπεσα χαρούμενη για ύπνο. Όταν ξύπνησα η ιπτάμενη νεράιδα είχε εξαφανιστεί μυστηριωδώς μέσα από το δωμάτιο. Δεν την ξαναβρήκα ποτέ.
Ήταν μια κουκλίτσα ντυμένη σαν μπαλαρίνα. Φορούσε ένα κορμάκι με φουξ τριαντάφυλλα στο μπούστο, ροζ κολάν και ασημί φουσκωτή φουστίτσα από τούλι. Τα πόδια της στόλιζαν δύο βεραμάν παπουτσάκια πουέντ που δένανε στους αστραγάλους. Τα μαλλιά της ήταν ροζ, με μια παχιά φράντζα να καλύπτει το μικροσκοπικό της μέτωπο. Η βάση όπου στεκόταν ήταν ένας πλαστικός, πράσινος κορμός δέντρου γεμάτος ανάγλυφα λουλούδια, ενώ στο πλάι του κορμού στεκόταν μια ροζ πεταλούδα στερεωμένη σε ένα κορδόνι. Όταν κάποιος τραβούσε αυτό το κορδόνι, η νεράιδα πετούσε στον αέρα, μιας και τα χέρια της κατέληγαν σε δύο ροζ πλαστικά φτερά όμοια με έλικες.
Ήταν ολόιδια όπως τη θυμόμουν. Παρόλο τη βρωμιά και τη σκόνη δε φαινόταν να έχει φθαρεί από τα χρόνια. Μόνο τα μαλλάκια της είχαν κατσιάσει και το λαστιχάκι της φούστας της είχε ξεχειλώσει, σαν να είχε χάσει 20 κιλά.
Την κράτησα στα χέρια μου και με λαχτάρα τράβηξα την πεταλούδα. Τα χέρια της σηκώθηκαν στο ύψος των ώμων και στροβίλισαν κυκλικά μέχρι που η νεράιδα εκτοξεύτηκε στον αέρα. Καθώς πετούσε, έμοιαζε με ανθρωπόμορφο παρδαλό έντομο. Προσγειώθηκε επάνω σε ένα βουνό σκουπιδιών και σφήνωσε στην κορυφή του, σαν σημαιάκι κάποιου ορειβάτη. Με δυσκολία αναρριχήθηκα επάνω στο βρωμερό βουνό ώστε να τη φτάσω, καθώς τα διάφορα αντικείμενα που το αποτελούσαν, γλιστρούσαν όπως οι βράχοι σε κατολίσθηση. Όταν τα είχα πια καταφέρει, την κράτησα στα χέρια μου και αποφάσισα να την ξαναγοράσω. Με λαχτάρα άρπαξα τη βάση από το ράφι και ύστερα από μερικά λεπτά περιπλάνησης στο λαβύρινθο που σχημάτιζαν οι υπερφορτωμένοι διάδρομοι, βρήκα επιτέλους το σωστό μονοπάτι που οδηγούσε στον γεράκο-καλικάντζαρο. […]

Το κάλεσμα του Ανθ/κθούλου ( αποσπάσμα)

ktulhu

1.Η φρίκη με το ράσο

Νομίζω ότι το πιο σπλαχνικό πράγμα στον κόσμο, είναι η αδυναμία του Σαλονικιού να κατανοήσει όλα όσα συμβαίνουν στην πόλη του. Ζούμε σε ένα ξερό κομμάτι γης μπροστά από τις βρώμικες θάλασσες του Θερμαϊκού, και δεν είμαστε προορισμένοι για μακρινές περιπλανήσεις, γιατί ως γνωστόν, σαν την Χαλκιδική δεν έχει.[…]

[…] Ο καθηγητής Αγγελίδης πέθανε με άδοξο τρόπο, όταν έπεσε στο Θερμαϊκό ένα απόγεμα Σαββάτου. Τα δημοσιεύματα είπαν πως ήταν ατύχημα, πως ζαλίστηκε από την πολυκοσμία και παραπάτησε, μα κάποιοι ψίθυροι  λένε, πως δύο δίδυμες καλόγριες με παραμορφωμένα πρόσωπα και τεράστια μουστάκια έσπρωξαν τον καθηγητή προς τη θάλασσα, καθώς προσπαθούσαν να του κλέψουν τον χαρτοφύλακα.[…]

[…]Στο δεύτερο συρτάρι του γραφείου βρήκα ένα ξύλινο κουτί. Το τράβηξα έξω και το επεξεργάστηκα με απορία. Μόλις το άνοιξα, μια δυνατή κραυγή βγήκε από τα βάθη των φωνητικών μου χορδών, αντιλαλώντας τους διαδρόμους του πανεπιστημίου. Το κουτί περιείχε κάτι, που η θύμηση του και μόνο με κάνει να αναριγώ. Το αντικείμενο που βρήκα ήταν τόσο φρικτό, που ξεπερνούσε σε ασχήμια ακόμη και το πλωτό χριστουγεννιάτικο δέντρο που είχε τοποθετήσει ο Δήμος στη θάλασσα λίγα χρόνια πριν.  Ήταν ένα απαίσιο πήλινο ειδώλιο με την  μορφή του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Το αποτρόπαιο γλυπτό με αναστάτωσε τόσο, που αμέσως το τοποθέτησα και πάλι στο ξύλινο κουτί, σφραγίζοντας το ερμητικά. Δεν ήταν τόσο η γνώριμη φυσιογνωμία του μητροπολίτη που με είχε τρομάξει, μα το γεγονός ότι στο πρόσωπο του, αντί για τα γνωστά λευκά του μούσια, κρέμονταν δεκάδες πλοκάμια, όμοια με καλαμαριού.[…]

 

3.Η παραφροσύνη στην ψαροταβέρνα

[…]Ένιωσα κλοτσιές στο στομάχι μου και έντονη αναγούλα. Αμέσως έφτυσα το καλαμάρι, το οποίο εκτοξεύτηκε στο πρόσωπο του συμφοιτητή μου λερώνοντας με λάδια τα γυαλιά του. Έτρεξα προς την τουαλέτα ώστε να αδειάσω το στομάχι μου από τα υγρά που είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν προς τον οισοφάγο μου, μα δυστυχώς δεν πρόλαβα να φτάσω ως εκεί. Άρχισα να κάνω εμετό στο πάτωμα της ταβέρνας, πίσω από το κεφάλι ενός παχουλού κοιλιόδουλου μεσήλικα. Ο εμετός μου όμως πέρα από ξαφνικός, ήταν και τρομερά φρικτός και σιχαμερός, πιο σιχαμερός από κάθε συμβατικό εμετό. Μαζί με το πρωινό μου γεύμα και τα γαστρικά υγρά, εκτοξεύονταν από το στόμα μου εκατοντάδες πράσινα, ωμά πλοκάμια καλαμαριού. Μέσα σε λίγα λεπτά η ψαροταβέρνα άδειασε. Οι πελάτες έφυγαν άρον άρον από το φόβο και την αηδία, ενώ οι πιο ευαίσθητοι ξερνούσαν στο πεζοδρόμιο τους ψαρομεζέδες που είχαν πριν από λίγο καταβροχθίσει.

Λίγα λεπτά μετά, και ενώ συνέχιζα να βγάζω τα σωθικά μου μαζί με γλοιώδη καλαμαρίσια πλοκάμια, άκουσα βήματα από το μέρος της κουζίνας. Η πόρτα άνοιξε, και δύο πανάσχημες πανομοιότυπες καλόγριες εμφανίστηκαν. Τα πρόσωπα τους ήταν δύσμορφα, αποστεωμένα και ρυτιδιασμένα. Τα χαρακτηριστικά τους ήταν αλλοιωμένα , τα μάτια τους χωμένα μέσα στο κρανίο τους, ενώ το επάνω χείλος τους καλυπτόταν  από ένα παχύ μαύρο μουστάκι. Σε οποιαδήποτε άλλη γυναίκα, το μουστάκι θα θεωρείτο αποκρουστικό, μα σε εκείνες τις δύο καλόγριες, θα τολμούσα να πω πως ταίριαζε, μιας και έστω ένα μέρος του φρικιαστικού τους προσώπου καλυπτόταν από κάτι […]

καλαμαράκια

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Μαρία Ρεβύθη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 121/1993.

Το γάβγισμα ( Διήγημα)

το γάβγισμα-εικόνα

της Μαρίας Ρεβύθη

Ευτυχώς που η φλόγα του κεριού μου καίει δυνατά, και το μελάνι της πένας μου ρέει γρήγορα, ώστε να μπορέσω να μεταφέρω, όσο προλαβαίνω, τα φρικιαστικά γεγονότα των τελευταίων ημερών. Γεγονότα τα οποία αν άκουγα λίγο καιρό πριν, θα αμφισβητούσα στην αυθεντικότητα τους και θα χλεύαζα όποιον μου τα μετέφερε.
Όλα ξεκίνησαν το προχθεσινό απόγευμα. Έξω έβρεχε και ο αέρας λυσσομανούσε, σφύριζε σαν δαιμόνιο, καθώς έμπαινε μέσα από τις καμινάδες, ενώ έκανε τα κλαδιά να τσιρίζουν και τα φύλλα να σπαρταράνε με μανία, σαν να είχαν πέσει σε ιερή έκσταση. Εγώ μόλις είχα επιστρέψει από το γραφείο μου, και αφού ασφάλισα όλα τα παράθυρα, κλειδαμπαρώθηκα στο μικροσκοπικό διαμέρισμα μου. Στάθηκα μπροστά στην ξύλινη βιβλιοθήκη, και επέλεξα ένα βιβλίο από το ράφι της, ώστε να ψυχαγωγήσω τον νου μου, καθώς θα ξεκουραζόμουν από τις εργασίες τις ημέρας. Το χέρι μου τράβηξε έναν παλιό, μαύρο, δερματόδετο τόμο. Ήταν τα άπαντα του Ηράκλειτου. Ο σκοτεινός φιλόσοφος συνήθιζε να μου κάνει παρέα νύχτες σαν και εκείνη. Έχω επιλέξει να ζω μόνος μου, χωρίς σύζυγο ή κατοικίδιο, και τα βιβλία ήταν πάντα για εμένα η μόνη συντροφιά και ενασχόληση πέρα από την εργασία μου ως φοροεισπράκτορας.
Αφού λοιπόν κράτησα το βιβλίο στα χέρια μου, έκατσα στην βελούδινη, κόκκινη πολυθρόνα που βρίσκεται στην άκρη του σαλονιού μου, και ξεκίνησα την ανάγνωση. Το κρύο ήταν τσουχτερό, και μιας και η ζέστη που εξέδιδε το τζάκι δεν ήταν αρκετή για να θερμάνει το καθιστικό μου, ετοίμασα ένα ζεστό ρόφημα για να καταπραΰνει τον μουδιασμένο μου λαιμό, και άπλωσα επάνω μου μια μάλλινη κουβέρτα. Γύριζα τις σελίδες μια-μια, διαβάζοντας τις ρήσεις του προσωκρατικού φιλοσόφου με ζήλο, μέχρι που έφτασα σε μια σελίδα διαφορετική από τις υπόλοιπες. Αν και φαινόταν να είναι μέρος του βιβλίου, χωρίς σημάδια κόλλας ή κάποιου άλλου στοιχείου που να υποδεικνύει παραβίαση, το περιεχόμενο της ήταν εντελώς διαφορετικό από το υπόλοιπο ανάγνωσμα. Ιδιόρρυθμα γεωμετρικά σχέδια ήταν τυπωμένα το ένα δίπλα στο άλλο, σε μορφή ποιήματος των έξι στροφών. Το αλλόκοτο αυτό αλφάβητο , αν επρόκειτο φυσικά για κάποια γλώσσα, δεν μου θύμισε σε τίποτα ούτε κάποιο ανατολίτικο, ούτε κάποιο δυτικό, ούτε καν αρχαίο τρόπο γραφής. Τα παράξενα εκείνα σύμβολα ήταν σχεδιασμένα με επιδεξιότητα, ενώ η γεωμετρία τους ήταν ασύμμετρη και μπερδεμένη. Η μοναδική λέξη που αναγνώρισα ήταν ο τίτλος, που δέσποζε στο επάνω μέρος της σελίδας με παχιά, μαύρα γράμματα. “To γάβγισμα”.
Ένα σωρό ερωτήματα γεννήθηκαν μέσα στο μυαλό μου. Τι σχέση μπορεί να είχε αυτό το περίεργο ποίημα με τις ρήσεις του Ηράκλειτου; Έλεγξα το υπόλοιπο βιβλίο, μα καμία άλλη σελίδα δεν περιείχε κάτι παρόμοιο. Επέστρεψα στο ποίημα και το περιεργάστηκα με απορία. Σκέφτηκα, πως μάλλον οι γνώσεις μου επάνω στις γλώσσες του κόσμου ήταν ελλιπείς, μα όσο περισσότερο μελετούσα εκείνα τα ιδιόρρυθμα σχέδια, τόσο πιο απόκοσμα είχαν αρχίσει να μου φαίνονται. Άρχισα να υποψιάζομαι πως ίσως να μην ήταν σχεδιασμένα από ανθρώπινο χέρι. Και ο τίτλος, “το γάβγισμα”, μου φάνηκε εξίσου παράδοξος και αταίριαστος, παρόλο που δεν είχα καμία πληροφορία για το περιεχόμενου του ποιήματος. Με το μυαλό μου γεμάτο αναπάντητα ερωτήματα, άφησα το βιβλίο στην άκρη, και έπεσα για ύπνο κάτω από το βαρύ μου πάπλωμα. Είχε πάει αρκετά αργά και θεώρησα πως έπρεπε να αφήσω την μελέτη του αλλόκοτου εγγράφου για την επόμενη μέρα.
Γύρω στις έξι τα ξημερώματα, πετάχτηκα από τον ύπνο μου λουσμένος στον ιδρώτα. Η αιτία φυσικά δεν ήταν άλλη από τον απαίσιο εφιάλτη που είχα δει όσο κοιμόμουν. Στο όνειρο μου, με επισκέφθηκε ένας σκύλος με τερατώδη όψη και φρικιαστικό βλέμμα. Το ύψος του σίγουρα ξεπερνούσε τα δύο μέτρα. Το τρίχωμα του ήταν μαύρο, σαν τη πίσσα, και οι τρίχες του κρεμόντουσαν υγρές και λασπωμένες, σαν να είχε βγει από κάποια κολλώδη άβυσσο. Τα κιτρινιασμένα του δόντια ήταν μεγάλα και μυτερά σαν πρόκες, ενώ τα μάτια του είχαν έντονο κόκκινο χρώμα και λαμπύριζαν αποκρουστικά. Το βλέμμα του απέρρεε μια αποτρόπαιη μοχθηρία. Ήταν πραγματικά, σαν η κόλαση να είχε συμπυκνωθεί μέσα στην ίριδα εκείνων των ζωωδών ματιών. Μα χειρότερος από την όψη του, ήταν ο ήχος που έβγαζε. Το γάβγισμα του ήταν κτηνώδες και απόκοσμο. Μαίνονταν με λύσσα, ενώ πηχτά σάλια εκτοξεύονταν ανάμεσα από τα απαίσια δόντια του. Ήταν τόσο δυνατό και άγριο, που καθώς αλυχτούσε στο όνειρο μου, με έκανε να νιώσω έναν απαράμιλλο τρόμο, που όμοιο του δεν έχω ξανανιώσει. Και τότε ξύπνησα.
Ξεφύσησα με ανακούφιση και άναψα το κερί που βρισκόταν τοποθετημένο επάνω στο κομοδίνο μου. Θεώρησα, πως ο εφιάλτης προήλθε από την νυχτερινή μου απασχόληση με το αλλόκοτο ποίημα. Πως κάπου στο υποσυνείδητο μου, ο τίτλος “το γάβγισμα” απέφερε την εικόνα εκείνου του φρικιαστικού σκύλου. Τι σου είναι το μυαλό, σκέφτηκα, και πλέον εύχομαι να είχα δίκιο. Μακάρι το ζήτημα να ήταν τόσο απλό και κοινό όσο ένας εφιάλτης.
Την επόμενη μέρα, αφού επέστρεψα από την εργασία μου, διπλά κουρασμένος και αποκαμωμένος, μιας και μετά το απότομο ξύπνημα δεν είχα καταφέρει να ξανακοιμηθώ, αποφάσισα να ξαναρίξω μια δεύτερη ματιά στο παράξενο ποίημα που είχε εμφανιστεί αναπάντεχα μέσα στο βιβλίο μου. Γύρισα τις σελίδες, και όπως περίμενα, το “το γάβγισμα” βρισκόταν ακόμα εκεί. Καθώς το παρατηρούσα ένας ανείπωτος φόβος με κατέκλυσε. Τον ένιωσα να έρχεται κατά πάνω μου σιγά σιγά, σαν σύννεφο και να περιβάλλει το σώμα μου, κάνοντας το δέρμα μου να ανατριχιάσει. Το ακατανόητο αλφάβητο είχε αρχίσει να γίνεται υπερβολικά ενοχλητικό για το μάτι μου. Τα περίτεχνα σύμβολα που το απαρτίζανε και σχημάτιζαν εκείνες τις άγνωστες λέξεις, άρχισαν να μου προκαλούν μια ιδιαίτερη φρίκη και αποστροφή. Αποφάσισα να κλείσω το βιβλίο. Το τοποθέτησα πίσω στην βιβλιοθήκη, και άρπαξα έναν άλλο τόμο. Θεώρησα πως η ανάγνωση κάποιου άλλου κειμένου, θα ήταν το καταλληλότερο μέσο για να ξεχαστώ. Λίγες ώρες αργότερα, ξάπλωσα και κοιμήθηκα.
Γύρω στις έξι το πρωί, πετάχτηκα και πάλι από τον ίδιο εφιάλτη. Ο μαύρος, απόκοσμος σκύλος με την αποτρόπαια όψη, μαίνονταν για ακόμα μια νύχτα στο όνειρο μου, μέχρι το απότομο ξύπνημα να διακόψει εκείνο το φρικιαστικό ουρλιαχτό. Μετά από αυτό το γεγονός, οι υποψίες μου είχαν αρχίσει να γίνονται βάσιμες. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως το ειδεχθές ποίημα “το γάβγισμα” είχε άμεση σχέση με τον εφιάλτη που είχα δει επί δύο συνεχόμενες βραδιές. Για αυτό τον λόγο, το απόγεμα μόλις θα επέστρεφα από το γραφείο μου, είχα σκοπό να απαλλαγώ από αυτό. Κι έτσι και έκανα. Δυστυχώς.
Μόλις είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και η θερμοκρασία πρέπει να είχε πέσει κάτω του μηδενός. Βάδιζα το σοκάκι που οδηγεί στο σπίτι μου, ενώ έτρεμα από τον φόβο και το κρύο μέσα στο μακρύ, μαύρο παλτό μου. Τα νεύρα μου ήταν υπερβολικά κλονισμένα καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας, καθώς αγωνιούσα να επιστρέψω στο σπίτι μου, ώστε να καταστρέψω το περίεργο έγγραφο που είχε ταράξει τον ύπνο μου τις δύο τελευταίες νύχτες. Έστριψα το κλειδί στην πόρτα και εισήλθα στο παγωμένο καθιστικό. Χωρίς να χάσω χρόνο άναψα το τζάκι. Μόλις η φλόγα άρχισε να δυναμώνει, έβγαλα από την βιβλιοθήκη τα άπαντα του Ηράκλειτου, και αφού εντόπισα την καταραμένη σελίδα, την έσκισα και την πέταξα στο τζάκι. Το χαρτί τυλίχτηκε αμέσως στις φλόγες. Μαύρισε ολοσχερώς, αφήνοντας πίσω μονάχα μερικές στάχτες, μα ο καπνός που αναδύθηκε, δεν άρμοζε σε καμία περίπτωση στην ποσότητα καπνού που θα έβγαζε ένα συνηθισμένο κομμάτι χαρτιού. Απομακρύνθηκα και παρατήρησα από την άκρη του δωματίου το ασυνήθιστο φαινόμενο. Ο καπνός συνέχισε να βγαίνει ασταμάτητα μέσα από τις φλόγες, χωρίς όμως να απλώνεται στον χώρο. Λίγα λεπτά μετά, είδα ένα μαύρο, σκιερό πόδι με γαμψά νύχια να σχηματίζεται. Έτρεξα να ξεφύγω, μα όσο και αν γυρνούσα το πόμολο, η εξώπορτα ήταν αδύνατον να ανοίξει. Αμέσως μετά, γέμισα μια κανάτα με νερό και την άδειασα επάνω στην φωτιά. Μάταια. Το τζάκι συνέχισε να καίει όπως πριν, και ο καπνός αναδύονταν εξίσου πυκνός, σχηματίζοντας ένα ακόμα πόδι. Άρπαξα ένα λευκό χαρτί και την πένα μου, και ξεκίνησα να γράφω αυτή την επιστολή. Είναι αδύνατον να ξεφύγω. Μέχρι τώρα έχει σχηματιστεί σχεδόν ολόκληρος. Το μόνο που απομένει είναι το στόμα του. Μόλις ολοκληρωθεί η μορφή του, είμαι σίγουρος πως θα αρχίσει να γαβγίζει και πάλι, με εκείνον τον απόκοσμο τρόπο όπως στο όνειρο, να απαγγέλει το ειδεχθές ποίημα του με την πιο αποτρόπαιη φωνή. Αναριγώ μόνο στη σκέψη. Τρέμω. Φοβάμαι. Το στόμα έχει σχεδόν ολοκληρωθεί.

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Μαρία Ρεβύθη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 121/1993.

Η πιο νόστιμη μελωδία (απόσπασμα)

 

h pio nostimi

της Μαρίας Ρεβύθη

Ένα χρυσό καμπανάκι με υποδέχτηκε κελαηδώντας απαλά, μόλις άνοιξα τη πόρτα του μικρού δισκοπωλείου. Την έκλεισα πίσω μου γυρνώντας το ασημένιο χερούλι. Βρέθηκα στο πιο όμορφο μαγαζί που είχα επισκεφθεί στη ζωή μου. Κοίταξα γύρω μου με θαυμασμό και ένα δειλό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι πέρα για πέρα με πολύχρωμα εξώφυλλα δίσκων περασμένων δεκαετιών, που κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο, σχημάτιζαν ένα μοναδικό παζλ χρωμάτων. Στο δάπεδο ήταν στρωμένη μια παχιά, κόκκινη μοκέτα, ενώ δύο φωτιστικά που κρέμονταν από το ταβάνι, προσέδιδαν στο χώρο μια ξεχωριστή, ζεστή ατμόσφαιρα. Στο βάθος του καταστήματος διέκρινα το ταμείο, μια ξύλινη κατασκευή μπαλωμένη με δεκάδες αυτοκόλλητα. Πίσω της καθόταν ένας νεαρός άντρας με μεγάλα καστανά μάτια και αχτένιστα φουντωτά μαλλιά. Διάβαζε αφοσιωμένος κάποιο κόμικ. Μάλλον δεν είχε πάρει είδηση την παρουσία μου, παρόλο που πριν από λίγο το καμπανάκι είχε σηματοδοτήσει την άφιξη μου. Μυρωδιές γλυκών που μόλις είχαν βγει από τον φούρνο, τρύπωσαν παράδοξα στη μύτη μου, ενώ μια θεσπέσια, απαλή μελωδία πλημμύριζε το μαγαζί με τις νότες της.

Ποτέ πριν δεν είχα ξανακούσει παρόμοια μουσική. Ήταν τόσο γλυκιά και  κελαριστή. Όπως εισερχόταν μέσα από τις οπές των αυτιών μου, κατέληγε στους νευρώνες του εγκεφάλου μου κάνοντας τους να αγαλλιάζουν.
Ποιος να ήταν άραγε ο συνθέτης της; Δεν μπορούσα να αναγνωρίσω τα μουσικά όργανα που τη διαμόρφωναν. Ήταν σαν να έπαιζαν όλα μαζί, και κανένα ταυτόχρονα.  Μήπως να την είχαν συνθέσει άγγελοι στα ουράνια; Ή προερχόταν από τον δίσκο κάποιου επίγειου πειραματικού συγκροτήματος; Μόλις μάθαινα, θα αγόραζα αυτόν τον δίσκο χωρίς δεύτερη σκέψη. Ακολούθησα την μελωδία που προερχόταν από το πίσω μέρος του ταμείου. Εκεί θα μπορούσα να δω το βινύλιο και να μάθω τον συνθέτη και τον τίτλο του ονειρεμένου μουσικού κομματιού, ή να ρωτήσω τον υπάλληλο, ο οποίος συνέχιζε να αγνοεί την παρουσία μου.

Προχώρησα επάνω στην κόκκινη μοκέτα, συνεπαρμένη από την γλυκιά μελωδία και μερικά βήματα μετά, βρέθηκα μπροστά στο ταμείο. Έσκυψα επάνω του γεμάτη περιέργεια και αντίκρισα την πηγή από την οποία αναδυόταν εκείνη η θεσπέσια μουσική. Χαμογέλασα γεμάτη έκπληξη και απορία. Το πικ απ βρισκόταν τοποθετημένο πίσω από την ξύλινη κατασκευή όπως ακριβώς είχα προβλέψει, μα αντί για κάποιο δίσκο βινυλίου, επάνω του γύριζε ένα ολόφρεσκο, λαχταριστό κέικ που μοσχοβολούσε βανίλια και κανέλα καθώς άχνιζε. […]

κκ

Επιτρέπεται η ηλεκτρονική αναδημοσίευση μόνο εφόσον αναδημοσιευτεί το πλήρες κείμενο, με ξεκάθαρη απόδοση στη συγγραφέα Μαρία Ρεβύθη, μαζί με σύνδεσμο στην παρούσα σελίδα. Απαγορεύεται κάθε είδους έντυπη αναδημοσίευση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχουν κυρώσεις σύμφωνα με τον Νόμο 121/1993.